Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

ΑΞΙΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ ΗΘΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ
Σκοπός
 Κατανόηση του διλημματικού χαρακτήρα της ηθικής πράξης
 η ηθική ελευθερία κατακτάται σταδιακά με προσωπικό αγώνα διαμόρφωσης
κριτηρίων, με τα οποία θα διακρίνει κανείς το καλό από το κακό, έτσι ώστε να
υιοθετήσει σταθερούς ηθικούς κανόνες.
Η συνθήκη
Θα ήθελες να κλέψεις αυτόν τον δίσκο ή αυτό το ρούχο από ένα μαγαζί… Σε κοιτάζει
όμως ένας φύλακας ή μπορεί να υπάρχει σύστημα ηλεκτρονικής παρακολούθησης ή
απλώς φοβάσαι μήπως σε πιάσουν, σε τιμωρήσουν, σε καταδικάσουν… Αυτό βέβαια
δεν είναι τιμιότητα, είναι υπολογισμός. Αυτό δεν είναι ηθική, είναι προφύλαξη. Ο φόβος
του χωροφύλακα είναι το αντίθετο της αρετής ή είναι αρετή μόνο από προνοητικότητα.
H ηθική αρχίζει για τον καθέναν πάντα από εκεί όπου καμιά τιμωρία δεν είναι δυνατή,
από εκεί όπου καμιά καταστολή δεν είναι αποτελεσματική. Φαντάσου ότι έχεις το
δαχτυλίδι που αναφέρει ο Πλάτων, το περίφημο δαχτυλίδι του Γύγη, που θα σε έκανε
αόρατο κατά βούληση… Ο Γύγης, που τον θεωρούσαν ως τότε έντιμο, δεν μπόρεσε να
αντισταθεί στους πειρασμούς: επωφελήθηκε από τις μαγικές δυνάμεις του, για να μπει
στο ανάκτορο, να αποπλανήσει τη βασίλισσα, να δολοφονήσει τον βασιλιά, να πάρει ο
ίδιος την εξουσία, να την ασκήσει προς ίδιον όφελος. Θα ήταν άραγε αρκετό να μπορεί
κανείς να γίνεται αόρατος, για να εξαφανίζεται κάθε απαγόρευση και να μην υπάρχει
πια από τον καθέναν παρά το κυνήγι της εγωιστικής του ευχαρίστησης ή του
εγωιστικού του συμφέροντος; Ο Πλάτων βέβαια είναι πεπεισμένος για το αντίθετο.
Το κείμενο, Πλάτων, Πολιτεία 358 e-360d
Η παρέμβαση του Γλαύκωνα σχετικά με την ουσία της δικαιοσύνης – Το παράδειγμα του
δαχτυλιδιού του Γύγη
Ο Σωκράτης ανάγκασε τον σοφιστή Θρασύμαχο, θιασώτη της άποψης περί δικαίου του
ισχυροτέρου, (βλ. και ΠΛ Πολ 346e–348b) να παραδεχτεί ότι η δικαιοσύνη είναι μια αρετή της
ψυχής που μπορεί να εξασφαλίσει στον άνθρωπο την ευτυχία. Στο σημείο αυτό, όμως, παρενέβη ο
Γλαύκωνας, αδελφός του Πλάτωνα. Αυτός διαπίστωσε ότι ο πολύς κόσμος θεωρεί τη συμμόρφωση
με τις επιταγές της δικαιοσύνης ως κάτι κοπιαστικό και επαχθές, που αποφέρει, ωστόσο, τεράστια
οφέλη, ενώ ο Σωκράτης ισχυρίστηκε ότι η δικαιοσύνη πρέπει να επιδιώκεται όχι μόνο διότι
αποφέρει οφέλη, αλλά και γιατί ως προς την ουσία της είναι κάτι καλό. Ζήτησε, λοιπόν, να τεθεί η
εξέταση σε άλλη βάση:
Είναι από τη φύση, λένε, καλό πράγμα να αδικείς, ενώ το να σε αδικούν κακό, κι υπάρχει στην
αδικία που υφίστασαι περισσότερο κακό απ' όσο καλό υπάρχει στην αδικία που διαπράττεις
εσύ, έτσι ώστε, όταν οι άνθρωποι αδικούν ο ένας τον άλλο και αδικούνται, και τα δοκιμάζουν και
τα δύο, να συμφέρει σ' αυτούς που δεν μπορούν να αποφύγουν το ένα αλλά ούτε και να
καταφέρουν το άλλο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται. Εδώ
λοιπόν, λένε, έχει την αρχή της η θέσπιση νόμων και η σύναψη συμφωνιών, κι ό,τι προστάζει ο
νόμος το ονομάζουν νόμιμο και δίκαιο. Κι αυτή είναι, λένε, η προέλευση και η ουσία της
δικαιοσύνης, η οποία αποτελεί έτσι κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα στο καλύτερο απ' όλα, που είναι να
αδικείς χωρίς να παθαίνεις τίποτα, και στο χειρότερο, που είναι να σε αδικούν χωρίς εσύ να
μπορείς να ανταποδώσεις το άδικο που σου κάνουν. Το δίκαιο λοιπόν, έχοντας μια θέση ανάμεσα
σ' αυτά τα δύο, κερδίζει την αγάπη όχι ως κάτι καλό, αλλά ως κάτι που το τιμάμε επειδή δεν
έχουμε τη δύναμη να είμαστε άδικοι. Γιατί εκείνος που έχει τη δύναμη να διαπράξει το άδικο και
που πραγματικά το λέει η καρδιά του, δεν θα συμφωνούσε ποτέ και με κανέναν να μην αδικεί
και να μην τον αδικούν· γιατί θα ήταν τρελός αν το έκανε. Να λοιπόν, Σωκράτη, ποια είναι η
δικαιοσύνη και ποια η φύση της και ποιες οι συνθήκες από τις όποιες αναδύθηκε σύμφωνα με
αυτά τα λεγόμενα.
Το ότι, τώρα, και όσοι εφαρμόζουν στην πράξη το δίκαιο, το εφαρμόζουν παρά τη θέλησή τους,
από αδυναμία να πράξουν το άδικο, θα το αντιληφθούμε με τον καλύτερο τρόπο, αν κάνουμε
την ακόλουθη υπόθεση. Ας πούμε ότι δίνουμε στον καθένα από τους δύο, και στον δίκαιο και
στον άδικο, την εξουσία να κάνουν ό,τι θέλουν, κι έπειτα τους παρακολουθούμε για να δούμε
πού θα οδηγήσει τον καθένα τους η επιθυμία. Ε λοιπόν, επ' αυτοφώρω θα τον συλλαμβάναμε
τότε τον δίκαιο να ακολουθεί τα ίδια χνάρια με τον άδικο, αφού από τη φύση του κάθε πλάσμα
επιδιώκει να έχει περισσότερα από τα άλλα θεωρώντας ότι αυτό είναι κάτι καλό, αναγκάζεται
όμως δια της βίας από το νόμο να σέβεται την ισότητα. Κι αυτή η εξουσία για την οποία μιλώ θα
ήταν ακριβώς όμοια με εκείνη που θα είχαν, αν τους συνέβαινε να αποκτήσουν δύναμη σαν κι
εκείνη που, καθώς λένε, έλαβε κάποτε ο πρόγονος του Γύγη του Λυδού.
Ήταν, λένε, βοσκός και δούλευε στον άρχοντα, τότε, της Λυδίας, όταν ύστερα από μια μεγάλη
νεροποντή και σεισμό ράγισε κάπου το έδαφος και άνοιξε ένα βαθύ ρήγμα στον τόπο που
έβοσκε το κοπάδι του. Σάστισε σαν το είδε, κατεβαίνει, και κοντά στα άλλα περίεργα βλέπει εκεί,
όπως λέει ο μύθος, ένα χάλκινο άλογο, κούφιο από μέσα, που είχε κάτι μικρές θυρίδες·
σκύβοντας στο εσωτερικό του βλέπει μέσα έναν νεκρό με κορμί, έτσι έδειχνε, μεγαλύτερο από
ανθρώπινο που δεν είχε απάνω του τίποτε άλλο παρά μόνο φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό
δαχτυλίδι, που ο βοσκός του το βγάζει κι ανεβαίνει επάνω. Καθώς τότε γινόταν η τακτική
συνάθροιση των βοσκών για να στείλουν, όπως κάθε μήνα, στο βασιλιά τις αναφορές τους για
τα κοπάδια, έφθασε κι αυτός φορώντας στο χέρι το δαχτυλίδι. Εκεί λοιπόν που καθόταν με τους
άλλους βοσκούς, γύρισε εντελώς τυχαία το δέσιμο του δαχτυλιδιού προς το μέρος του, προς την
παλάμη, και μόλις το έκανε αυτό, έγινε ο ίδιος άφαντος για όσους ήσαν καθισμένοι εκεί γύρω,
έτσι που κι εκείνοι μιλούσαν γι' αυτόν σαν να ήταν φευγάτος. Εκείνος τά 'χασε και ψηλαφώντας
πάλι το δαχτυλίδι γυρίζει το δέσιμο προς τα έξω, και με το που το έκανε αυτό έγινε ορατός.
Έχοντας αντιληφθεί ότι κάτι συνέβαινε, προσπάθησε να δοκιμάσει αν τη δύναμη αυτή την είχε
το δαχτυλίδι, και αν πραγματικά στρέφοντας το δέσιμο προς τα μέσα, γινόταν άφαντος, ενώ
στρέφοντάς το προς τα έξω γινόταν φανερός. Μόλις το διαπίστωσε, κατάφερε να πάει κι αυτός
με τους βοσκούς, με τους οποίους έστελναν τους λογαριασμούς στο βασιλιά, και φθάνοντας εκεί,
αφού μοίχευσε τη γυναίκα του βασιλιά, του επιτέθηκε μαζί της, τον σκότωσε και έτσι άρπαξε
την εξουσία. Αν λοιπόν γινόταν να είχαμε δύο τέτοια δαχτυλίδια, και το ένα να το φορούσε ο
δίκαιος, το άλλο ο άδικος, κανένας τους, καθώς φαίνεται, δεν θα αποδεικνυόταν τόσο
αδαμάντινος χαρακτήρας ώστε να μένει αταλάντευτα δίκαιος και να έχει τη λεβεντιά να
κρατιέται μακριά από τα ξένα πράγματα και να μην τα αγγίζει, μόλο που θα μπορούσε να
πηγαίνει στην αγορά και να παίρνει ό,τι θέλει χωρίς να έχει να φοβηθεί τίποτα, να μπαίνει στα
ξένα σπίτια και να σμίγει ερωτικά με όποιον του αρέσει, να σκοτώνει ή να βγάζει από τη φυλακή
όποιον κι αν θελήσει και να κάνει κάθε άλλη πράξη όντας ίδιος θεός ανάμεσα στους ανθρώπους.
Ενεργώντας δε έτσι, δεν θα 'κανε τίποτα διαφορετικό από τον άλλο, αλλά και οι δυο τους θα
τραβούσαν τον ίδιο δρόμο. Κι αναμφίβολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι αυτό
αποτελεί τρανή απόδειξη πως κανένας δεν είναι με τη θέληση του δίκαιος αλλά από αναγκασμό,
πιστεύοντας ότι προσωπικά γι' αυτόν το δίκιο δεν αποτελεί κάτι καλό, αφού όπου καθένας
νομίζει ότι έχει τη δύναμη να αδικήσει, θα αδικήσει.
Γιατί κάθε άνθρωπος πιστεύει ότι για τον εαυτό του η αδικία είναι πολύ πιο ωφέλιμη από τη
δικαιοσύνη, και σωστά το πιστεύει, όπως θα υποστηρίξει όποιος εκφράζει μια τέτοια άποψη·
αφού, αν συνέβαινε να πάρει κάποιος στα χέρια του τέτοια εξουσία χωρίς να δείχνει καμιά
διάθεση να κάνει το άδικο ούτε να βάλει χέρι σε ξένα πράγματα, τον άνθρωπο αυτό, όσοι θα
τύχαινε να τον προσέξουν, θα τον θεωρούσαν αξιολύπητο ίσαμ' εκεί που δεν πάει άλλο, και πέρα
για πέρα ανόητο, ωστόσο δημοσίως θα τον επαινούσαν εξαπατώντας ο ένας τον άλλο από φόβο
μήπως αδικηθούν κι οι ίδιοι. Αυτά σχετικά με τούτο το θέμα.
Μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. 2002. Πλάτων. Πολιτεία. Εισαγωγικό σημείωμα,
μετάφραση, ερμηνευτικά σημειώματα. Αθήνα: Πόλις.
Ο οριακός χαρακτήρας των ερωτημάτων της ηθικής φιλοσοφίας
“Με τον τρόπο που ρωτάμε για τα αληθινά και τα λάθη, ρωτάμε συχνά για τα καλά και τα κακά.
Θέτουμε μάλιστα οριακά ερωτήματα σαν τα ακόλουθα: Ποιο είναι το ύψιστο αγαθό της ζωής; Tι
κάνει μια πράξη σωστή; Ποιο είναι το κριτήριο με το οποίο διακρίνουμε καλά και κακά, ηθικά και
ανήθικα; [...] Nα οριστεί πώς διακρίνονται οι σωστές από τις εσφαλμένες πράξεις σημαίνει να
διατυπωθεί ένα κριτήριο ηθικότητας, δηλαδή μια σταθερά που χρησιμεύει ως μέτρο κρίσης του
καλού και του κακού”.
Θ. Βέικος, Εισαγωγή στη φιλοσοφία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1989, σ. 137-138)
Η ενότητα
1. Πρέπει να μας απασχολούν τα αποτελέσματα των πράξεών μας στη ζωή
τη δική μας και των άλλων ανθρώπων;
Στόχοι
 εξοικείωση με το φιλοσοφικό περιεχόμενο του όρου ωφελιμισμός, σε
αντιδιαστολή προς την καθημερινή χρήση του, και συνειδητοποίηση ότι η
θεωρία του ωφελιμισμού, παρά την πειστικότητα των επιχειρημάτων
 της, παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.
 κατανόηση της αντίληψης περί ηθικής ορθότητας, που η
συνεπειοκρατία συνεπάγεται και να γίνουν αντιληπτά τα όριά της
 στην ηθική δεν μπορεί να υπάρχουν σε κάθε περίπτωση απόλυτα και
άκαμπτα κριτήρια των πράξεών μας ούτε μπορεί η ηθική να συνδυαστεί
με ασφάλεια με την αριθμητική, όπως ήθελαν οι ωφελιμιστές (τα όρια
της ποσοτικοποίησης ως κριτηρίου για τη λήψη ηθικών αποφάσεων),
ώστε να αποκτήσει αδιάβλητο κύρος. Tα παραπάνω όμως δε σημαίνουν
αποδοχή ενός ακραίου σχετικισμού ή υποκειμενισμού.
 Ο όρος συνεπειοκρατία χρησιμοποιείται για την περιγραφή θεωριών
που κρίνουν το αν μια πράξη είναι σωστή ή λανθασμένη όχι από τις
προθέσεις του ατόμου που πράττει ή τα εγγενή χαρακτηριστικά της ίδιας
της πράξης και του κανόνα που τη διέπει, αλλά κυρίως από τα
αποτελέσματα αυτής της πράξης ή της υιοθέτησης του κανόνα που τη
διέπει.
 ο Καντ θα έλεγε ότι το ψέμα είναι πάντοτε ηθικά λανθασμένο, όποια κι αν
είναι τα πιθανά οφέλη που μπορεί να προκύψουν από αυτό, ένας
υποστηρικτής της θεωρίας των συνεπειών θα έκρινε το ψέμα από τα
αποτελέσματα που θα είχε ή που περιμένει κανείς.
 Ο ωφελιμισμός είναι η γνωστότερη θεωρία ηθικής που στηρίζεται στις
συνέπειες και ο πιο διάσημος υπέρμαχός της ήταν ο Τζον Στιούαρτ Μιλ
(1806-1873).
Η συνθήκη
Αν κάποιος επέβαλε τιμωρία (ξυλοδαρμό) σε ένα παιδί, επειδή έκανε μια αταξία, το
ερώτημα αν η πράξη του είναι ηθική ή όχι θα εξαρτιόταν απόλυτα από τα
αποτελέσματα αυτής της πράξης; Θα πρέπει άραγε να υπολογίσουμε μόνο το άμεσο
αποτέλεσμα της τιμωρίας του παιδιού ή μήπως πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα
μακροχρόνια αποτελέσματα;
Το διάγραμμα
 Η μη οικειοποίηση ξένων χρημάτων είναι απόρροια των συνεπειών της πράξης
μας για:
 την επιχείρηση
 για τη ζωή των άλλων εργαζομένων
 οφείλουμε να αναλογιστούμε όχι τι θα συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση,
όσο τι θα γινόταν, αν όλοι υπέκυπταν στον πειρασμό ενός εύκολου πλουτισμού
 ηθικά ορθή πράξη= τα αποτελέσματά της τα καλύτερα για όσο το δυνατόν
μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων//εσφαλμένη, αν οι συνέπειες είναι χειρότερες
από άλλες πράξεις
 κανόνας πράξης= η εφαρμογή του οδηγεί σε συγκριτικά καλύτερα
αποτελέσματα από όποιον άλλο//εσφαλμένος, αν η εφαρμογή του οδηγελι σε
χειρότερες συνέπειες
 οι φιλόσοφοι που εμμένουν στη σκέψη να προσέξουμε τις συνέπειες των
πράξεών μας: ποσό ωφέλειας που προκύπτει από τη συμπεριφορά μας
 πρόκειται για τη ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΩΦΕΛΙΜΙΣΜΟΥ (Ιδρυτές της οι Τζέρεμυ Μπένθαμ
και Τζον Στιούαρτ Μιλ)
Διαδόθηκε πλατιά στη Μεγάλη Βρετανία του 19ου αιώνα αντανακλώντας τους
πνευματικούς προσανατολισμούς της αγγλικής φιλελεύθερης αστικής τάξης. Η νοοτροπία
του αστού εκφράστηκε στην ηθική του Μπένθαμ (1748-1832) και στο γεγονός ότι ο ίδιος
ανήγαγε το πρόβλημα της ηθικής επιλογής σε έναν απλό υπολογισμό κερδών και ζημιών.
Γενικότερα, ήθελε να αποπέμψει τη μεταφυσική και τη θρησκεία από τους κανόνες
συμπεριφοράς του ανθρώπου. Ο Μπένθαμ, ως μεταρρυθμιστής του ποινικού δικαίου,
απαιτεί μια κατάλληλη ποσοτικοποίηση των κυρώσεων ανάλογα με τη σοβαρότητα των
συνεπειών κάθε σφάλματος και σύμφωνα με τη στάση της κοινότητας απέναντι στην
προκληθείσα βλάβη.
Η σπουδαιότητα του Μιλ στην ιστορία της φιλοσοφίας σχετίζεται με το έργο του ως
θεωρητικού της λογικής και της επιστημολογίας. Το 1859 ο Μιλ δημοσιεύει το Περί
ελευθερίας, ένα έργο στο οποίο δείχνει ότι είναι έτοιμος να πολεμήσει τη χρησιμοθηρία,
που συναινούσε στη θυσία του ατόμου στον βωμό της ευημερίας των πολλών. Ευνοεί έτσι
“μια ηθική αυτοδιδαχή της κοινωνίας, που θα ωθούσε τους ανθρώπους να συνεργάζονται
και να αλληλοβοηθιούνται”, κάτι που μοιάζει να αποτελεί τη διεκδίκηση μιας
αυτοοργανωμένης κοινωνίας πολιτών, η οποία εμπνέεται από το πνεύμα της συνεργασίας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας θεωρητικός της επιστήμης ανήκει στη χορεία των επιφανών
στοχαστών της δημοκρατίας του 19ου αιώνα
 Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ηθικά ορθή χαρακτηρίζεται μια πράξη αν παράγει
τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια για το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό
ανθρώπων. Άρα για να αποφασίσουμε αν θα κάνουμε μια πράξη, πρέπει να
υπολογίσουμε τις συνέπειες που θα έχει η πράξη αυτή στην ανθρωπότητα.
 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η θεωρία του ωφελιμισμού δε σχετίζεται με την σημασία που έχει
σήμερα ο όρος, ο οποίος χρησιμοποιείται με την έννοια της εγωιστικής
επιδίωξης του προσωπικού συμφέροντος.
 Για παράδειγμα, στο δίλημμα του ταμία, σύμφωνα με τη θεωρία του
ωφελιμισμού, ο ταμίας δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην κατάχρηση, γιατί
μπορεί τα χρήματα που θα καταχραστεί να είναι λίγα, όμως, αν πολλοί έκαναν
αυτή την πράξη με το ίδιο σκεπτικό, τότε σίγουρα πολλές επιχειρήσεις θα
χρεωκοπούσαν και πολλοί εργαζόμενοι θα έχαναν τη δουλειά τους.
 ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΩΦΕΛΙΜΙΣΜΟΥ
1. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορούμε πάντα να προβλέψουμε με ασφάλεια
τις συνέπειες των πράξεών μας.
2. Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρούμε τον τρόπο να «μετρήσουμε» το ποσό της
παραγόμενης ωφέλειας από κάθε μας πράξη.
3. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια άποψη για το τι είναι ηθικό, καλό, δίκαιο.
Υπάρχουν πολλών ειδών ηδονές ή λύπες για την αξία των οποίων οι γνώμες
διαφέρουν.(π.χ. οι απόψεις για την ελεημοσύνη ή για τη σεξουαλική ηδονή
ταυτίζονται;)
4. Συχνά μπορεί στην προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε την ευτυχία της
πλειοψηφίας να αγνοήσουμε τα δικαιώματα των πιο ασθενών μειονοτήτων.
5. Ακόμα και αν συμφωνήσουμε όλοι για το τι είναι ηθικό και δίκαιο, μπορεί
στην προσπάθειά μας να μεγιστοποιήσουμε την παραγόμενη ωφέλεια, να μη
δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για να
επιτύχουμε το σκοπό μας και τότε να καταλήξουμε στην αποδοχή της
επικίνδυνης αρχής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Τα κείμενα
 ´Επειδή η ηδονή είναι το πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό, δεν επιζητούμε κάθε
ηδονή, αλλά συμβαίνει κάποτε πολλές ηδονές να τις αποφεύγουμε, όταν
συνεπάγονται για μας μεγαλύτερες δυσχέρειες. Πολλούς πάλι πόνους τους
θεωρούμε ανώτερους από τις ηδονές, επειδή τους ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή,
αφού υπομείναμε για πολύν καιρό τους πόνους. Μολονότι λοιπόν κάθε ηδονή
είναι αγαθό χάρη στη φυσική της συγγένεια προς εμάς, δεν είναι κάθε ηδονή
τέτοια που να την επιδιώκουμε· με τον ίδιο τρόπο, μολονότι κάθε πόνος είναι
κακό, δεν είναι κάθε πόνος από τη φύση του τέτοιος που πάντα να τον
αποφεύγουμε. Όλα αυτά είναι σωστό να τα κρίνουμε με συσχετισμό και
προσεκτική εκτίμηση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων. Γιατί
μερικές φορές αντιμετωπίζουμε το καλό σαν να είναι κακό και, αντίστροφα, το
κακό σαν να είναι καλό
Επίκουρος, Επιστολή προς Μενοικέα, μετάφραση Στ. Δημόπουλου και Μ.
Δραγώνα-Μονάχου5 , σσ. 129-130
Αφού το μελετήσετε, να απαντήσετε σε δύο από τις ερωτήσεις που ακολουθούν:
α) Πώς προσδιορίζει την ηδονή ο Επίκουρος; β) Ποια στάση πρέπει να τηρεί ο
άνθρωπος απέναντι στις ηδονές και με βάση ποια κριτήρια να τις επιλέγει; γ)
Πώς συνδέει ο φιλόσοφος την ηδονή με τον πόνο; δ) Πόσα είδη ηδονών
διακρίνει ο Επίκουρος; Αφού τα αναφέρετε, να προσδιορίσετε την ουσία και την
ποιοτική τους διαφορά. ε) Μπορείτε να αναφέρετε κάποιες ηδονές που έχουν
δυσάρεστα αποτελέσματα γιí αυτούς που τις καρπώνονται ή αντίστροφα
κάποιους πόνους από τους οποίους προκύπτουν τελικώς ηδονές;
 Η στάση ζωής των Κυνικών.
Έλα λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, λέγε μας πάλι πώς συμβαίνει, ενώ έχεις τόσο
μικρή περιουσία, να καυχιέσαι για πλούτο. ´Διότι είμαι της γνώμης, φίλοι, ότι
τον πλούτο και τη φτώχεια οι άνθρωποι δεν τα έχουν στο σπίτι αλλά στην ψυχή
τους. Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μí όλο που διαθέτουν πάρα
πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό, ώστε να καταβάλλουν
κάθε προσπάθεια και διακινδυνεύουν τα πάντα προκειμένου να αποκτήσουν
περισσότερα· και ξέρω και αδέλφια που αν και κληρονόμησαν ίσα μερίδια,
ωστόσο ο ένας από αυτούς έχει όσα του χρειάζονται για να ζει και επιπλέον
κάποιο περίσσευμα, ενώ ο άλλος στερείται τα πάντα. Ακούω επίσης για
κάποιους τυράννους πως έχουν τέτοια δίψα για λεφτά, ώστε κάνουν πράγματα
πολύ χειρότερα κι από τους πιο απένταρους. Γιατί, φυσικά, είναι η ανέχεια που
κάνει άλλους να κλέβουν, άλλους να γίνονται διαρρήκτες, άλλους να γίνονται
σωματέμποροι· ενώ υπάρχουν κι ορισμένοι τύραννοι που καταστρέφουν
ολόκληρες οικογένειες, σκοτώνουν αμέτρητους ανθρώπους, συχνά μάλιστα
υποδουλώνουν κι ολόκληρες πολιτείες για τα λεφτά. Αυτούς εγώ τους οικτίρω,
και πάρα πολύ, για την πολύ βαριά τους αρρώστια. Μου δίνουν την εντύπωση
πως έχουν πάθει ό,τι κι ένας άνθρωπος με μεγάλη περιουσία, ο οποίος αν και
τρώει πολύ, δεν χορταίνει ποτέ. Όσο για μένα έχω τόσα που κι εγώ ο ίδιος με
δυσκολία τα βρίσκω· ωστόσο υπάρχουν αρκετά για να τρώγω, ώστε να μην
πεινάω και να πίνω ώστε να μη διψώ και να είμαι ντυμένος, ώστε, όταν είμαι
έξω, να μην τρέμω από το κρύο περισσότερο απí ότι τούτος εδώ ο πάμπλουτος
Καλλίας. Κι όταν βρεθώ στο σπίτι, οι τοίχοι μου φαίνονται σαν πολύ ζεστά
ρούχα, τα ταβάνια σαν πολύ χοντρά πανωφόρια κι η κρεβατόστρωσή μου είναι
τόσο επαρκής που δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι. Γιατί όσοι
πιστεύουν ότι αυτά που οι ίδιοι έχουν είναι με το παραπάνω αρκετά, ελάχιστα
ορέγονται όσα έχουν οι άλλοι. Κι αξίζει ακόμη να καταλάβει κανείς ότι ένας
τέτοιος πλούτος κάνει τους ανθρώπους γενναιόδωρους. Γιατί και τούτος εδώ ο
Σωκράτης, στον οποίο οφείλω αυτό τον πλούτο* , μου πρόσφερε μια βοήθεια
όχι περιορισμένη και με το μέτρο, αλλά ό,τι μπορούσα να το κρατήσω μου το
έδινε· κι εγώ τώρα δεν φθονώ κανέναν, αλλά το θησαυρό που έχω στην ψυχή
μου τον δείχνω σí όλους τους φίλους και τον προσφέρω σí όποιον τον θέλει. Και
το πιο περίκομψο κτήμα μου: το βλέπετε πως πάντα έχω ελεύθερο χρόνο, ώστε
να βλέπω όσα αξίζουν να τα βλέπει κανείς, και να ακούω όσα αξίζουν να τα
ακούει και - πράγμα που εγώ το θεωρώ πολύτιμο - να περνώ απερίσπαστος την
ημέρα μου μαζί με το Σωκράτη. Κι αυτός πάλι δεν θαυμάζει όσους έχουν πολύ
χρυσάφι, αλλά συναναστρέφεται αυτούς που είναι αρεστοίª. Αυτά είπε ο
Αντισθένης.
Ξενοφώντος, Συμπόσιο IV 34-44, μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου
*´Στο τέλος του λόγου του ο Αντισθένης εκφράζει με θέρμη την ευγνωμοσύνη του στον Σωκράτη:
η συναναστροφή με αυτόν στάθηκε για τον Αντισθένη μάθημα αυτοκυριαρχίας και ολιγάρκειας.
Μπορούμε έτσι να υποθέσουμε ότι οι βασικές αρχές της αντισθένειας ηθικής αποτελούν
μετάπλαση - σε θεωρητικό επίπεδο - ορισμένων χαρακτηριστικών βιογραφικών γνωρισμάτων
του Σωκράτηª (Οι αρχαίοι κυνικοί, ό.π., σ. 87).
• Η ολιγάρκεια στο παράδειγμα του Κράτη.
Όμοια και ο Κράτης περιφρόνησε τα χρήματα και άφησε την περιουσία του
έρημη να βόσκουν σí αυτήν τα πρόβατα - γιατί κατά τη γνώμη του η περιουσία
υπηρετεί την κακία και το σώμα, και αφού ανέβηκε πιο ψηλά από το βωμό,
έκανε καταμεσίς στην Ολυμπία τη μεγάλη διακήρυξη βροντοφωνάζοντας εκείνο
το περίφημο: ´Ο Κράτης από τη Θήβα ελευθερώνει τον Κράτηª, γνωρίζοντας
καλά ότι είναι δουλεία να έχει κανείς κυριευτεί από τα πράγματα· λένε ότι αυτός
ο Κράτης (σύμφωνα όμως με ορισμένους, κάποιος άλλος φιλόσοφος με τις ίδιες
απόψεις) ταξιδεύοντας κάποτε στη θάλασσα, καθώς η θαλασσοταραχή αγρίευε
και το πλοίο έγερνε από το φορτίο, πετούσε πολύ πρόθυμα τα πράγματά του
στο βυθό λέγοντας επιπλέον, αυτά τα λόγια που αξίζει να τα θυμόμαστε:
´Ευχαριστώ, Τύχη εσένα που με δίδαξες καθετί όμορφο, για το ότι μου είναι
τόσο εύκολο να μαζευτώ σí ένα παλιωμένο ρούχοª.
Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ποιήματα, Οι αρχαίοι κυνικοί, ό.π., μετάφραση Ν.
Μ. Σκουτερόπουλου, σσ. 500-501 4.
• Η άποψη του Επίκουρου για το θάνατο. ´Ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας·
γιατί αυτό που έχει καταλυθεί δεν έχει αντιληπτικό αίσθημα· και αυτό που δεν
έχει αντιληπτικό αίσθημα δεν μας ενδιαφέρειª.
Επίκουρος, Κύριαι Δόξαι, ΙΙ, Long, ό.π., σ. 90
´Ο θάνατος δεν έχει καμιά σχέση με μας· γιατί κάθε καλό και κακό υπάρχει
επειδή το νιώθουμε και ο θάνατος είναι μια κατάσταση όπου δεν νιώθει κανείς
τίποτα... Ο θάνατος δεν έχει καμιά σχέση με μας, γιατί ο πεθαμένος δεν
αισθάνεται τίποτε, και όποιος δεν αισθάνεται τίποτε δεν έχει σχέση με μαςª.
Διογένης Λαέρτιος, Επίκουρος, Χ, 124, 139 ΙΙ 5.
• Η φυσιοκρατική πλάνη στη θεωρία του Επίκουρου.
Από τον Αριστοτέλη μαθαίνουμε ότι ο σύγχρονός του Εύδοξος κατέληγε και
αυτός στο συμπέρασμα ότι η ηδονή είναι ´το αγαθόª, με βάση το εμπειρικό,
κατά τη γνώμη του, γεγονός ότι όλα τα πλάσματα την επιζητούν (Ηθ. Νικ., 10,
1172b 9). Από το γεγονός τώρα, αν πρόκειται για γεγονός, ότι οι άνθρωποι
επιζητούν την ηδονή δεν προκύπτει ότι η ηδονή είναι αυτό που οφείλουν να
επιζητούν. Αυτό που επιθυμούμε δεν είναι ταυτόσημο με αυτό που πρέπει να
επιθυμούμε. Σωστή απόδοση της άποψης του Επίκουρου θα ήταν να πούμε ότι
είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να αναζητούμε αυτό που θα μας
προκαλέσει ηδονή και να αποφεύγουμε αυτό που θα προκαλέσει πόνο. Και
πιθανόν ο Επίκουρος υποστήριζε ότι κανένα ζωντανό πλάσμα του οποίου η
φυσική κατάσταση είναι ακμαία δεν μπορεί να έχει άλλους σκοπούς.
Long, Η ελληνιστική φιλοσοφία, μετάφραση Στ. Δημόπουλος και Μ.
Δραγώνα-Μονάχου, ό.π., σσ. 110-111 6.
• Η απήχηση του επικουρισμού στον ωφελιμισμό.
´Ö Πρώτος εισάγει ο Επίκουρος το γνωστό κυρίως από τον J. Bentham
´ηδονιστικό λογισμόª, όταν ορίζει ως κριτήριο των επιλογών τη ´συμμέτρησιν
συμφερόντων και ασυμφόρωνª. Και πρώτος κάνει τη γνωστή από τον J. S. Mill
ποιοτική διάκριση των ηδονών, όταν απορρίπτει τις απολαυστικές ηδονές των
ασώτων και αποδέχεται τη σωματική ευεξία (αναλγησία) και την ψυχική
αταραξία που επιτυγχάνονται με τη μετρημένη απόλαυση μιας απλής ζωής, με
διανοητική νηφαλιότητα και μη ενοχλητικές σκέψεις. Παρά την αναγωγή της
ευδαιμονίας στην ηδονή, ο Επίκουρος δίνει στη φρόνηση και γενικά στις αρετές
ως μέσα για την επίτευξη της ηδονής, εξέχουσα θέση στο σύστημά του, ώστε
τελικά η ευχάριστη ζωή να ανάγεται στο ´φρονίμως και καλώς και δικαίως ζηνª,
επειδή πιστεύει ότι αρετή και ευχαρίστηση είναι αχώριστα.
Μ. Δραγώνα-Μονάχου, Σύγχρονη ηθική φιλοσοφία. Ο αγγλόφωνος
στοχασμός, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ. 91 7.
• Ιστορικές συνθήκες γένεσης των θεωριών του κυνισμού και του
ηδονισμού.
Η απώλεια της ανεξαρτησίας των ελληνικών πόλεων έχει ως πρώτη συνέπεια Ö
τη διάσπαση της ενότητας του ανθρώπου με τον πολίτη, του φιλοσόφου με τον
πολιτικό, της εσωτερικότητας με την εξωτερικότητα, της θεωρίας με την
πρακτική, με ένα λόγο αυτής ´της ωραίας ολότητας με τον εαυτό τηςª που, κατά
τον Hegel, χαρακτηρίζει την κλασική εποχή της Ελλάδας, εκείνη την εποχή όπου
ο άνθρωπος ένιωθε την πόλη σπίτι του. Τη στιγμή που το παραδοσιακό πλαίσιο
της ελληνικής πόλης εξαφανίζεται μπροστά σε μιαν αυτοκρατορία που οι
αποφάσεις της δεν υπόκεινται σε κριτική ή συζητήσεις των υπηκόων της, ο
φιλόσοφος βρίσκεται περιορισμένος είτε μέσα στην καθαρή θεωρία είτε μέσα
στην απλή ηθική διδαχή, ενώ η πολιτική, ύπατη μορφή πράξης για τους
Έλληνες, παύει να εξαρτάται απí αυτόν. Ö Είναι η στιγμή που η ελευθερία του
ελεύθερου ανθρώπου, η οποία μέχρι τότε συγχεόταν με την άσκηση των
πολιτικών δικαιωμάτων, μετατρέπεται, ελλείψει καλύτερης λύσης, σε
εσωτερική ελευθερία· η στιγμή όπου τα ελληνικά ιδεώδη της αυτάρκειας και της
αυτονομίας, τα οποία μέχρι τότε αναζητούσαν την ικανοποίησή τους μέσα στην
πόλη, επαφίενται σε μόνες τις πνευματικές πηγές του ατομικού ανθρώπου.
Φροντίζοντας περισσότερο να παρηγορήσουν ή να καθησυχάσουν τον άνθρωπο
παρά να μιλήσουν για το ον, οι φιλοσοφίες της ελληνιστικής εποχής δεν θα
φτάσουν την θεωρητική αυστηρότητα του πλατωνισμού ή του αριστοτελισμού.
Από μιαν άλλη πλευρά, θα μπορέσουν να φτάσουν σí ένα επίπεδο
καθολικότητας επαρκές, ώστε να προτείνουν, απέναντι στις δοκιμασίες της
ζωής, διάφορες πιθανές συνειδησιακές στάσεις, που γρήγορα θα φανούν σαν
ισάριθμες άχρονες κατηγορίες ή σαν πολιτιστικά στερεότυπα που
προσφέρονται στον άνθρωπο της Δύσης. Φτάνει να κατονομάσουμε τα τρία
μεγάλα ελληνιστικά ρεύματα: στωικισμός, επικουρισμός, σκεπτικισμός, για να
αντιληφθούμε ότι πρόκειται για τρεις ´τρόπους ζωήςª, που, πέρα από τις
ιστορικές περιστάσεις της εμφάνισής τους, θα παραμένουν για πάντα
πρόσφορες στη μίμησή μας. Στην ελληνιστική εποχή εμφανίζεται η λαϊκή έννοια
της φιλοσοφίας, έννοια που υποδηλώνει μιαν ορισμένη τέχνη, δύσκολη βέβαια,
αλλά προσιτή ως δικαίωμα σε όλους, να ζήσουν ευτυχείς ακόμα και μέσα σε
ενάντιες συνθήκες. Στην τέτοια έννοια αναφέρεται ακόμα και σήμερα η
έκφραση: ´να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα φιλοσοφικάª.
Η Φιλοσοφία, Τόμος Α΄, επιμέλεια Φρανσουά Σατελέ, μετάφραση Κωστή
Παπαγιώργη, εκδ. ´Γνώσηª

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Εμπειρισμός


·         Οι εμπειριστές υποστηρίζουν ότι η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται από τις αισθήσεις.
·         Τα στοιχειώδη δεδομένα του κόσμου  αποτυπώνονται,  εγγράφονται και καταχωρίζονται  στο νου μας μέσα  από την αισθητηριακή αντίληψη.
·         Αυτή η καταχώριση συνιστά στιγμή δημιουργίας στοιχειωδών πεποιθήσεων ή ιδεών.
·         Πρόκειται για απλές παραστάσεις των πιο πάνω δεδομένων.
·         Η στοιχειώδης πεποίθηση που πραγματοποιεί την καταχώριση είναι η πρωταρχική γνώση, που αναζητούμε.
·         Όταν καταγράφονται αισθητηριακές εντυπώσεις, η στοιχειώδης πεποίθηση έρχεται σε επαφή, εμποτίζεται με γνώση. με την πραγματικότητα
Ι. Αρχαίοι φιλόσοφοι με εμπειριστικές απόψεις:
α) Επίκουρος: από τις αισθήσεις  γεννιούνται οι παραστάσεις, οι έννοιες. Αυτές είναι οι «προλήψεις» για τον Επίκουρο, δηλαδή παραστάσεις ή έννοιες που γεννήθηκαν από τις εντυπώσεις και μένουν στον νου ως «μνήμη του πολλάκις έξωθεν φανέντος»(Δ.Λ. 33)
β) Αριστοτέλης: δίνει προτεραιότητα στη λειτουργία του νου για την επίτευξη επιστημονικής γνώσης. Προϋποθέτει όμως επαγωγική πορεία: από το ειδικό, το μερικό ή το συγκεκριμένο στο γενικό, το καθολικό και αφηρημένο. Το μερικό συλλαμβάνεται με τη λειτουργία των αισθήσεων.
  ΙΙ. Νεότεροι φιλόσοφοι του εμπειρισμού:
α) Μπέικον [ή Βάκων]
Ø  έμφαση στο ρόλο των αισθήσεων.
Ø  οι ιδέες που υπάρχουν στο νου μας δεν είναι έμφυτες, αλλά διαμορφώνονται σύμφωνα με τις εντυπώσεις που μας προσφέρουν οι αισθήσεις.

β) Τζον Λοκ
Ø  μιλάει για λειτουργία μιας εσωτερικής αίσθησης, ενός αναστοχασμού.
Ø  αυτή η αίσθηση αποτυπώνει ως αντικείμενα και ό,τι λαμβάνει χώρα κατά  την εσωτερική λειτουργία του νου. Π.χ. αυτό συμβαίνει τη στιγμή που σκεφτόμαστε, αμφιβάλλουμε, επιθυμούμε κ.λπ.
Ø  Δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία της γνώσης προ-εμπειρικά ή ανεξάρτητα από την εμπειρία.
Ø  Ο νους [ή η ψυχή] είναι ένας «άγραφος χάρτης» [άγραφο χαρτί (tabula rasa)], πάνω στο οποίο η εμπειρία αποτυπώνει τα σημάδια της.
  γ) Μπέρκλεϋ
Ø  ταυτίζει τις ιδέες του ανθρώπινου νου με την πραγματικότητα.
Ø  Συνδέει την ύπαρξη με την αντίληψή της από εμάς: esse est percipere aut percipi
Ø  υπάρχουν μόνο πνεύματα και ιδέες ή παραστάσεις μέσα στα πνεύματα
Ø  τα πράγματα του κόσμου που μας περιβάλλει και είναι άυλα εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στο νου του υπέρτατου πνεύματος, του θεού, ακόμη κι όταν δεν γίνονται αντιληπτά από τους ανθρώπους.
Ø  ο θεός έχει εγκαθιδρύσει τους φυσικούς νόμους, τις κανονικές σχέσεις που συνδέουν τα πράγματα και οι οποίες μας επιτρέπουν να διακρίνουμε τούτα τα πράγματα από τα πλάσματα της φαντασίας μας.
Ø  η πραγματικότητα είναι μία, όπως και οι ιδέες μας, με χρώματα, ήχους κ.λπ.
Ø  οι αφηρημένες έννοιες είναι κατασκευές τη γλώσσας.
                 δ) Χιουμ
Ø  οι αισθητηριακές εντυπώσεις είναι αποτυπωμένες στο νου με αυτάρκεια και δεν χρειάζεται να υποστηρίζονται από πρόσθετες λειτουργίες ,σαν αυτή του αναστοχασμού, της εσωτερικής αίσθησης
Ø  τα δεδομένα του εξωτερικού κόσμου προσφέρουν περιορισμένη γνωστική δυνατότητα.
Ø  Τα υλικά αντικείμενα, η ενιαία ανθρώπινη ψυχή, η κανονικότητα που διέπει τη φύση δεν μπορεί να αποδειχτεί πως έχουν αντικειμενική υπόσταση, επειδή συνθέτουμε τις παραστάσεις μας με βάση στοιχειώδεις, ατομικές εντυπώσεις.
Ø  οι επαγωγικές γενικεύσεις δεν έχουν πραγματική λογική ισχύ

Κείμενα-ερωτήσεις

1.      Να επισημάνετε τις αδυναμίες της θεωρίας του επιμερισμού:
Ο εμπειρισμός, ιδιαίτερα με τις ακραίες θέσεις ορισμένων εκπροσώπων του, διέπραξε το σφάλμα να δεχτεί ότι ο νους μας προσλαμβάνει τα δεδομένα των αισθήσεων κατά τρόπο απόλυτα παθητικό. Αν όμως αυτό ήταν ορθό, θα σήμαινε ότι η επιστήμη αποτελεί υπόθεση απλής συσσώρευσης στοιχείων χωρίς ουσιαστική επεξεργασία, κάτι που είναι εντελώς ανακριβές. Η διαμάχη μεταξύ του ορθολογισμού και του εμπειρισμού συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Σύμφωνα με τους ορθολογιστές, ορισμένα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας (Chomsky) και της ψυχολογίας της γνώσης (Piaget) φαίνεται ότι δικαιώνουν τον Καντ, με την έννοια ότι αποδεικνύουν την ύπαρξη στον άνθρωπο εκ των προτέρων δομών και ικανοτήτων. Ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι προκύψει από τη φυσική εξέλιξη του οργανισμού μας, αυτές οι δομές και αυτές οι ικανότητες είναι αναγκαίες για την εκμάθηση της γλώσσας και των μαθηματικών εννοιών.
2.      Τι εννοούν οι εµπειριστές µε τον όρο ιδέες;
3.      Από ποια άποψη ο εµπειρισµός συµπίπτει µε τον ιδεαλισµό;
4.      Ποια θέση πήρε ο Τζον Λοκ στο θέµα των έµφυτων ιδεών;
5.      Τι εννοεί ο Τζον Λοκ µε τους όρους απλές και νέες ιδέες; Ποια βασική ασυνέπεια θα µπορούσε κανείς να προσάψει στον Τζον Λοκ;
‘Ό, τι εντυπώνεται στην ψυχή μας είναι εικόνες αντικειμένων έτσι όπως τις μεταφέρουν οι αισθήσεις μας. Ως εικόνες μάλιστα υπάρχουν μέσα μας ακόμα και οι καταστάσεις της εσωτερικής λειτουργίας του νου, αυτό δηλαδή που συμβαίνει, όταν σκεπτόμαστε, αμφιβάλλουμε, επιθυμούμε. Οι εικόνες αυτές είναι ό, τι ο Λόκ ονομάζει απλές ιδέες, οι ιδέες δηλαδή που δεν μπορούν να αναλυθούν και που ο άνθρωπος τις αισθάνεται άμεσα, όπως είναι οι γεύσεις. Με την επενέργεια όμως της εσωτερικής αίσθησης, οι απλές ιδέες συνδυάζονται, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται από αυτές οι νέες ιδέες, ιδέες σύνθετες.  Για τον Λοκ ο εξωτερικός κόσμος λειτουργεί αυτόνομα και εδώ έγκειται η αδυναμία της θεωρίας του. Αφού, δηλαδή, η υλική πραγματικότητα έχει αυτόνομη ύπαρξη, δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις παραστάσεις που σχηματίζει ο νους μας γι’ αυτήν. Διότι οι παραστάσεις, οι ιδέες, αναπαριστούν τις ποιότητες των υλικών πραγμάτων και όχι τα ίδια τα πράγματα. Έτσι ο Λοκ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μόνο που γνωρίζουμε για τον εξωτερικό κόσμο είναι τα υλικά σώματα με τις όποιες ιδιότητές τους. Επομένως, η ύλη και οι εγγενείς ιδιότητές της είναι ένας μυστηριώδης κόσμος ο οποίος βρίσκεται έξω από το γνωστικό μας πεδίο,οπότε δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γι’ αυτόν
6.      Ο Μπέρκλεϋ ενεπλάκη στην αντίθετη αντίφαση από εκείνη του Λοκ. Ποια είναι αυτή;
7.      Πώς καταρρίπτει ο Χιουµ την άποψη για την ύπαρξη κάποιας πνευµατικής υπόστασής µας που ονοµάζουµε ψυχή, πνεύµα, νου, συνείδηση;
8.      Γιατί, κατά το Χιουµ, δεν έχουµε τη δυνατότητα να γνωρίσουµε την εξωτερική πραγµατικότητα;
9.      Γιατί ο Χιουµ θεωρεί την αρχή της αιτιότητας αφερέγγυο;
10.  Να µελετήσετε το παρακάτω κείµενο του Τζον Λοκ και να απαντήσετε στα ερωτήµατα που ακολουθούν:
Αλλά  το συµπέρασµα που εξάγουν από την καθολική συµφωνία  είναι µια συλλογιστική απόδειξη που στηρίζεται σε µια αποδεικτική αρχή, που δεν υπάρχει καθόλου· γιατί δεν υπάρχει πραγµατικά καµιά αρχή πάνω στην οποία όλοι οι άνθρωποι να συµφωνούν γενικά. Και για νí αρχίσω µε τις θεωρητικές έννοιες, να δύο απí τις περίφηµες αρχές, στις οποίες δίνουν, κατά προτίµηση, την ιδιότητα των έµφυτων αρχών: καθετί που είναι, είναι και είναι αδύνατον ένα πράγµα να είναι και να µην είναι ταυτόχρονα. Αυτές οι προτάσεις θεωρήθηκαν σίγουρα σαν αξιώµατα καθολικώς δεκτά, αλλά χρειάζεται προσπάθεια για να παραδεχθούµε ότι υπάρχει µια γενική συµφωνία πάνω σí αυτές τις δύο προτάσεις, γιατί υπάρχει ένα µεγάλο µέρος του ανθρώπινου γένους που δεν του είναι ακόµα γνωστές. Γιατί πρώτον είναι σαφές ότι τα παιδιά και οι ηλίθιοι δεν έχουν την παραµικρή ιδέα γιí αυτές τις αρχές και ότι δεν τις σκέπτονται µε κανένα τρόπο. Αυτό είναι αρκετό νí ανατρέψει το επιχείρηµα της καθολικής συµφωνίας, σύµφωνα µε το οποίο όλες οι έµφυτες αλήθειες πρέπει να παράγονται αναγκαία. Γιατί το να λέµε ότι υπάρχουν αλήθειες εντυπωµένες µέσα στην ψυχή, η οποία ωστόσο δεν αντιλαµβάνεται τίποτα, αυτό µου φαίνεται πραγµατική αντίφαση. Επειδή η εντυπωτική ενέργεια δεν µπορεί παρά µόνο να συντελέσει στο νí αντιληφθούµε ορισµένες αλήθειες. Αν λοιπόν αυτές οι ισχυρές εντυπώσεις είχαν γίνει πάνω στην ψυχή των παιδιών και των ηλίθιων, πρέπει αναγκαστικά τα παιδιά και οι ηλίθιοι να καταλαβαίνουν αυτές τις εντυπώσεις, να γνωρίζουν τις αλήθειες τις χαραγµένες στο πνεύµα τους και να δίνουν γιí αυτές τη συγκατάθεσή τους. Αλλά αυτό δεν συµβαίνει. Κι έτσι, αφού δεν υπάρχουν απí τη φύση εντυπωµένες έννοιες στην ψυχή, πώς αυτές µπορούν να είναι έµφυτες; Τζον Λοκ, ∆οκίµιο για την ανθρώπινη νόηση, µετάφραση. Γρ. Λιονή, εκδ. Αναγνωστίδης, σ. 11 69
α) Με ποια επιχειρήµατα ο Τζον Λοκ απορρίπτει τις έµφυτες ιδέες;
β) Πώς κρίνετε αυτά τα επιχειρήµατα;
11.  Η θέση του Μπέρκλεϋ πως ό,τι υπάρχει είναι ό,τι µπορεί να γίνει αντιληπτό (esse . est percipi) συνδέεται µε τη θέση του Παρµενίδη πως ´εκείνο που σκεφτόµαστε και εκείνο που υπάρχει (το πραγµατικό) είναι ένα και το αυτό; Να αναπτύξετε τις απόψεις σας.
12.   Πώς κρίνετε την άποψη του εµπειρισµού ότι ο εξωτερικός κόσµος οφείλει την ύπαρξή του σε µας που τον παρατηρούµε και τον αντιλαµβανόµαστε;
Να συσχετίσετε
13.  Να συσχετίσετε το σκεπτικισµό του Ντεκάρτ µε το σκεπτικισµό του Χιουµ και να αιτιολογήσετε το χαρακτηρισµό του σκεπτικισµού του Χιουµ ως ακραίου και του σκεπτικισµού του Ντεκάρτ ως µεθοδικού.
14.  Ο Τζ. Μπέρκλεϋ εξηγεί τη βασική θέση του πως ό,τι υπάρχει είναι ό,τι κανείς αντιλαµβάνεται και ό,τι µπορεί να γίνει αντιληπτό (esse est percipere aut percipi).

Οι αισθητές ιδιότητες είναι πραγµατικές. Θα ήταν λάθος να νοµίσει κανείς πως αυτό που λέγεται εδώ αναιρεί, έστω και λίγο, την πραγµατικότητα των αντικειµένων. Είναι παραδεκτό, σύµφωνα µε τις καθιερωµένες αρχές ότι η έκταση, η κίνηση και µε ένα λόγο όλες οι αισθητές ιδιότητες, έχουν ανάγκη ενός υπο-στηρίγµατος, µια και δεν είναι ικανές να σταθούν µόνες τους. Αλλά τα αντικείµενα που γίνονται αντιληπτά µε την αίσθηση θεωρούνται πως δεν αποτελούν παρά µόνον συνδυασµούς αυτών των ιδιοτήτων, και, κατά συνέπεια, δεν µπορούν να υφίστανται µόνα τους. Ως εδώ όλοι είναι σύµφωνοι. Έτσι, όταν αρνούµαστε στα πράγµατα που γίνονται αντιληπτά µέσα από την αίσθηση µιαν ύπαρξη ανεξάρτητη από κάποια ουσία ή από ένα υποστήριγµα, µέσα στο οποίο µπορούν να υπάρχουν, δεν αποµακρυνόµαστε καθόλου από την καθιερωµένη αντίληψη για την πραγµατικότητα, και έτσι δεν µπορούν να µας κατηγορήσουν για καµία καινοτυπία από την άποψη αυτή. Όλη η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι σύµφωνα µε τη δική µας άποψη, τα µη σκεπτόµενα όντα που αντιλαµβανόµαστε µέσα από την αίσθηση δεν έχουν ύπαρξη ξέχωρη από την ενέργεια µε την οποία γίνονται αντιληπτά και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν µέσα σε καµία άλλη ουσία, εκτός από αυτές τις µη εκτεταµένες και αδιαίρετες ουσίες ή πνεύµατα που ενεργούν και σκέπτονται και αντιλαµβάνονται τα όντα αυτά. Ενώ από την άλλη µεριά οι φιλόσοφοι υποστηρίζουν, όπως και οι κοινοί άνθρωποι, ότι οι αισθητές ιδιότητες υπάρχουν µέσα σε µιαν αδρανή, εκτεταµένη ουσία που δεν αντιλαµβάνεται και την ονοµάζουν ύλη· σí αυτήν αποδίδουν µια φυσική υπόσταση, έξω από την ενέργεια µε την οποία την αντιλαµβάνεται οποιαδήποτε νόηση, ακόµη και η αιώνια νόηση του ∆ηµιουργού, µέσα στην οποία υποθέτουν πως υπάρχουν µόνο ιδέες σωµατικής ουσίας που δηµιούργησε ο Ίδιος, εάν βέβαια θέλουν καθόλου να παραδεχθούν πως πραγµατικά τις δηµιούργησε.
Τζωρτζ Μπέρκλεϋ, Πραγµατεία πάνω στις αρχές της ανθρώπινης γνώσης, µετάφραση ∆. Σφενδόνη, εκδ. Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, σ. 144
15.  Ο Κανών του Επίκουρου αντίπαλος στον ορθολογισμό: να εντοπίσετε τις βασικές του θέσεις που αναντιώνονται στις σωκρατικές σχολές και τις ιδεαλιστικές φαντασιοκοπίες

Ο φυσικός κόσμος πρέπει να ακολουθήσει τη γλώσσα που μιλάν τα πράγματα, «κατά τους των πραγμάτων φθόγγους». Η γλώσσα που μιλάν τα πράγματα σε όλους, σοφούς και άσοφους, είναι μία, πως ο κόσμος είναι τέτοιος όπως τον ωλέπουμε και τον ακούμε. Το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας, πως δηλαδή κάτι είναι πραγματικό, είναι η αίσθηση, η εξωτερική και η εσωτερική, τα αισθήματα και τα συναισθήματα, που τα τελευταία οι αρχαίοι τα έλεγαν πάθη. Από τις αισθήσεις γεννιούνται οι παραστάσεις, οι έννοιες, που στις σωκρατικές σχολές τις έλεγαν ιδέες ή είδη. Αυτές ο Επίκουρος τις είπε μ’ έναν νεολογισμό «προλήψεις». Προλήψεις για τους Επικούρειους είναι  παραστάσεις  είτε έννοιες που γεννήθηκαν από τις εντυπώσεις και μένουν  στον νου σαν αποταμιεύματα ή καταθέσεις, «μνήμη του πολλάκις έξωθεν φανέντος»(Δ.Λ. 33). Έτσι έχουμε προληπτικά την εικόνα του προβάτου στο νου μας και τα’ αναγνωρίζουμε όταν τα’ αντικρίσουμε…Ο Επίκουρος εξηγούσε πως γεννιούνται φυσιολογικά από τις εντυπώσεις, ενώ οι στωικοί τις δέχονταν σαν έμφυτες…τα κριτήρια της αλήθειας είναι τρία, τα αισθήματα, οι έννοιες(προλήψεις), και τα συναισθήματα(πάθη), όπως το υποστήριξε ο Επίκουρος στον Κανόνα κατά την πληροφορία του    Λαέρτιου: « ἐν τοίνυν τῷ Κανόνι λέγων ἔστιν ὁ Ἐπίκουρος κριτήρια τῆς ἀληθείας εἶναι τὰς αἰσθήσεις καὶ προλήψεις καὶ τὰ πάθη(31)

Χαράλαμπος Θεοδωρίδης,Επίκουρος, εκδ. Εστία, Αθήνα, 1999, 294-295
1.      Ορθολογισμός ή ρασιοναλισμός
·         Εννοούμε τη σχολή των φιλοσόφων που αποδίδουν στο λόγο, στην καθαρή νόηση, καθοριστική σημασία για την όλη γνωστική διαδικασία.
·         Ο όρος ορθολογισμός δηλώνει:
ü  Έμφαση στη λογική σε αντίθεση με το συναίσθημα και τη φαντασία
ü  Υπονοεί προσήλωση στη λογική διερεύνηση των πραγμάτων και τη διαφοροποίηση από την  άκρατη θρησκευτική πίστη και τις δογματικές θέσεις

·    Οι ορθολογιστές φιλόσοφοι πρεσβεύουν τα εξής:
Ι. Η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται από τον ορθό λόγο και στηρίζεται σ’ αυτόν.
ΙΙ. Τα βασικά στοιχεία της γνώσης μας αναζητούνται στο νου μας.
ΙΙΙ. Αυτή η γνώση αποκαλείται a priori ή προ-εμπειρική, γιατί φαίνεται να είναι δυνατή πριν ή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπειρία.
·    Κύριοι εκπρόσωποι:
Ι. αρχαιότητα:
         Πλάτων
    – Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η γνώση βασίζεται στην ανάμνηση των ιδεών. Οι  ιδέες αυτές υπάρχουν αιώνια και τις έχει αντικρίσει η ψυχή πριν να ενσαρκωθεί στο σώμα.
– Πώς τις ενσαρκώνει η ψυχή; Με κατάλληλη νοητική άσκηση και με τη μελέτη των μαθηματικών.
– Ο υλικός κόσμος αποτελεί ατελή αντανάκλαση των ιδεών.
ΙΙ. Νεότερη εποχή:
α) Ντεκάρτ
– Σύμφωνα με τον Ντεκάρτ, η γνώση ως συμπαγές οικοδόμημα στηρίζεται στις πεποιθήσεις που έχουν για θεμέλιό τους τον ορθό λόγο και γι’ αυτό είναι ακλόνητες.
– Τέτοιες πεποιθήσεις μπορούμε να παράγουμε με τη μέθοδο της συστηματικής αμφιβολίας.
– Τούτο σημαίνει ότι διατρέχουμε ένα σύνολο πεποιθήσεων για να επιλέξουμε στο τέλος της διαδικασίας, κατά την οποία αμφιβάλλουμε, εκείνες τις πεποιθήσεις που δεν μπορούμε να θέσουμε υπό αμφιβολία.
– κριτήρια για τις αληθείς ιδέες: η σαφήνεια και η ευκρίνεια.
– Αυτά τα γνωρίσματα καθιστούν τις ιδέες μας εναργείς.
– Τις βασικές μας ιδέες τις έχει εμφυτεύσει στο νου μας ο θεός.
– Τι είναι οι ιδέες μας; Παραστάσεις των θεμελιακών γνωρισμάτων των υλικών και πνευματικών όντων.
– Πώς τις συλλαμβάνουμε αυτές τις ιδέες; Άμεσα και με τη βοήθεια της ενόρασης, δηλαδή χωρίς να καταφεύγουμε σε κάποια συλλογιστική διαδικασία.
 – Η απόλυτη βεβαιότητα, στην οποία κατέληξε ο Ντεκάρτ, είναι το σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
– Αυτή η βεβαιότητα προβάλλει στο νου μας άμεσα και δεν προκύπτει συμπερασματικά μέσα από κάποια συλλογιστική διαδικασία. Γι’ αυτό και το συμπερασματικό άρα καθίσταται περιττό.
– Η εν λόγω βεβαιότητα είναι το θεμέλιο, πάνω στο οποίο επιχειρεί ο φιλόσοφος να οικοδομήσει τη γνώση.
– Το βέβαιο του πράγματος έγκειται στο ότι η σύνδεση των πεποιθήσεών μας με την πραγματικότητα εντοπίζεται στη σχέση των πεποιθήσεων που στηρίζονται στον ορθό λόγο με τις πεποιθήσεις που στηρίζονται στην εμπειρική πραγματικότητα.
β) Σπινόζα
γ) Λάιμπνιτς
– Υποστηρίζουν ότι ο νους μας πρέπει να χρησιμοποιεί τις έμφυτες ιδέες και τις λογικές αρχές για να μπορεί να κατανοεί βασικές δομές της πραγματικότητας.
-για τον Λάιμπνιτς η έννοια από όπου μπορούμε να συνάγουμε την απόλυτη βεβαιότητα δεν είναι η έννοια του θεού, αλλά η έννοια της αλήθειας
- για τον Ντεκάρτ η βεβαιότητα συνίσταται στην ενόραση σαφών και ευκρινών ιδεών. Για τον Λάιμπνιτς το κριτήριο της αλήθειας δεν πρέπει να αναζητηθεί σε ένα υποκειμενικό βίωμα, όπως είναι η ενορατική σύλληψη ευκρινών ιδεών, αλλά θα πρέπει να απέχει από το υποκείμενο και τα βιώματά του. Το αληθινό κριτήριο της αλήθειας θα μας το δώσει ένας ορισμός της αληθινής πρότασης
-για τον Λάιμπνιτς  τη βεβαιότητα εγγυάται η απόδειξη. Άρα δίνει σημασία στην αξία της λογικής : όλοι οι κανόνες της λογικής ανάγονται σε δύο βασικές λογικές αρχές: την αρχή της αντίφασης και την αρχή του αποχρώντος λόγου
-a priori αρχές της εμπειρικής γνώσης για τον Λάιμπνιτς= η αρχή της αιτιότητας ή του αποχρώντος λόγου, αρχή του βελτίονος
-έννοια δύναμης στον Λάιμπνιτς= ορμή και κινητήρια δύναμη= πηγή ο θεός=η ουσία της πραγματικότητας βρίσκεται στη δύναμη
-η ουσία = ενέργεια/οι απλές ουσίες= μονάδες , τα έσχατα στοιχεία της πραγματικότητας=ίδια μετά από κάθε μεταβολή
-Σπινόζα=προτείνει την ακύρωση οποιασδήποτε ανωτερότητας της ψυχής  προς το σώμα. Ό,τι είναι ενέργημα στην ψυχή είναι ενέργημα και στο σώμα, όχι όταν το σώμα ενεργεί η ψυχή πάσχει και το ανάποδο σύμφωνα με τον Καρτέσιο
-για τον Σπινόζα ο εαυτός μας είναι μια αδιάσπαστη , ενιαία οντότητα
- ο Σπινόζα έτσι ανακαλύπτει τη δύναμη του ασυνείδητου
δ) Χέγκελ
– ο πιο σημαντικός ορθολογιστής.
– ο ορθός λόγος συντελεί στο να κατανοήσουμε πλήρως την πραγματική εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας και να προβλέψουμε την όλη πορεία της.
⇒Χαρακτηριστική ρήση του φιλοσόφου: «αυτό που είναι ορθολογικό, είναι πραγματικό και αυτό που είναι πραγματικό, είναι ορθολογικό».

Τα κείμενα
1.      Οι απόψεις του Πύρρωνος για τη γνώση.
Ο Πύρρων καταφέρεται εναντίον όλων των θεωριών της γνώσης που ζητούν, όπως ζητούσαν οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, να δείξουν ότι ορισµένες αντιληπτικές εµπειρίες µάς δίνουν απόλυτα ακριβή πληροφόρηση για την αληθινή φύση των (εξωτερικών) αντικειµένων. Η βάση της κριτικής του είναι ότι δεν µπορούµε να φτάσουµε στα αντικείµενα ανεξάρτητα από την αισθητηριακή αντίληψη, και ότι η αισθητηριακή αντίληψη δεν µας παρέχει εγγύηση ότι συλλαµβάνουµε τα πράγµατα όπως πραγµατικά είναι. Συνεπώς, τα αντικείµενα καθεαυτά δεν προσφέρονται για έλεγχο της αισθητηριακής µας αντίληψης. Η αισθητηριακή αντίληψη αποκαλύπτει στο υποκείµενο της αντίληψης ´αυτό που φαίνεταιª (το φαινόµενον)· ωστόσο, ´αυτό που φαίνεταιª δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως έγκυρη µαρτυρία από την οποία να συνάγουµε ´αυτό που είναιª (το ον). A. Long, Η ελληνιστική φιλοσοφία, Στωικοί, Επικούρειοι, Σκεπτικοί, σ. 139
2.      Υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός; (Ντεκάρτ)
Επιχειρήµατα υπέρ της α ΄ άποψης : 1. Ο Θεός πρέπει να θεωρηθεί υπαρκτός, διότι ένα τέλειο ον, όπως θα πρέπει να είναι ο Θεός, δεν µπορεί να έχει την ατέλεια του να µην υπάρχει. 2. Ο Θεός πρέπει να θεωρηθεί υπαρκτός, διότι ο κόσµος ως χρονικά και χωρικά πεπερασµένος προέκυψε αναγκαστικά από µια απέρα- ντη θεϊκή αιτία, η οποία σαν τέτοια δεν προέκυψε από κάτι πρωτύ- τερο, αλλά είναι ´αιτία του εαυτού τηςª (λατινικά: causa sui). 3. Ο Θεός πρέπει να θεωρηθεί υπαρκτός, διότι όλες οι ηθικές έννοιες, όπως η υπευθυνότητα, η αρετή, η δικαιοσύνη κ.λπ., δεν µπορούν να στηριχθούν ικανοποιητικά, αν δεν θεµελιωθούν πάνω στην ύπαρξη ενός καλού και δίκαιου Θεού.
Επιχειρήµατα υπέρ της β ΄ άποψης : 1. Ο Θεός πρέπει να θεωρηθεί ανύπαρκτος, διότι ως άνθρωποι µπο- ρούµε να κάνουµε µόνο εικασίες σχετικά µε την ύπαρξή του, που δεν έχουν καµιά ρεαλιστική βάση. 2. Ο Θεός πρέπει να θεωρηθεί ανύπαρκτος, διότι όχι µόνο δεν από- τελεί ικανοποιητική εξήγηση της φύσης ως υπερφυσική της αιτία, αλλά έχουν βρεθεί επαρκείς φυσικοί νόµοι (όπως είναι ο νόµος της εξέλιξης των ειδών, ο νόµος της αφθαρσίας της ύλης κ.λπ.) που εξηγούν κάθε φυσικό φαινόµενο. 3. Ο Θεός πρέπει να θεωρηθεί ανύπαρκτος, διότι η προσφυγή στην ύπαρξή του χαρακτηρίζει ένα ατελές στάδιο του ανθρώπινου πολι- τισµού, που χάρη στην πρόοδο των επιστηµών αναδείχθηκε εσφαλµένο και ανασχετικό των ανθρώπινων προσπαθειών για ευηµερία και αυθυπαρξία.
3.      Ο Πλάτων διακρίνει τη δοξασία (´δόξανª) από τη γνώση (´ἐπιστήµηνª).
Γιατί να, και οι αληθινές γνώµες όσο καιρό παραµένουν είναι καλό απόκτηµα και όλα τα κάνουν καλά· δεν θέλουν όµως να µένουν κοντά µας πολύ καιρό, αλλά δραπετεύουν από την ψυχή του ανθρώπου, ώστε δεν έχουν µεγάλη αξία, ώσπου να δέσει κανείς τις ίδιες τις αιτίες τους µε σκέψη. Και τούτο είναι, αγαπητέ Μένων, η ανάµνηση, όπως τη δεχτήκαµε στα προηγούµενα. Και όταν δεθούν, γίνονται πρώτα επιστήµες και έπειτα µόνιµες. Γιí αυτό ακριβώς η επιστήµη είναι σε µεγαλύτερη τιµή από την ορθή γνώµη, και διαφέρει η επιστήµη από την ορθή γνώµη ως προς το δεσµό. Πλάτωνος Μένων, 97e6-98a8, µετάφραση Β. Ν. Τατάκη

4.       Το φιλοσοφικό σύστημα του Leibniz […] ανήκει στην καρτεσιανή, ρασιοναλιστική φιλοσοφική παράδοση και είναι το έργο ενός πολυμαθούς και ιδιαιτέρως ευφυούς διανοούμενου του 17ου αιώνα. Η τυπική έναρξη της ώριμης περιόδου αυτού του έργου είναι δυνατόν να ταυτισθεί με τη συγγραφή και εμφάνιση (1686) του ατιτλοφόρητου τότε δοκιμίου που φέρει πλέον τον τίτλο Discours de Metaphysique (Μεταφυσική πραγματεία). Παρά το έντονο θεολογικό άρωμά του, το δοκίμιο αποτελεί την πρώτη καθαρά φιλοσοφική βάση στήριξης μιας θεμελιοκρατικής και ουσιοκρατικής οντολογίας, υψηλής αρχιτεκτονικής αισθητικής, εξαιρετικά πρωτότυπης και δομικά στέρεης. […] Το τριμερές οντολογικό σχήμα του ώριμου έργου του Leibniz περιέχει και ένα τρίτο επίπεδο, το επίπεδο του ιδεώδους. Ως γνήσιος ρασιοναλιστής δε θα μπορούσε να μην έχει συμπεριλάβει ένα τέτοιο επίπεδο στο οντολογικό του σχήμα. Στον νου του έλλογου όντος υπάρχουν συνειδητοποιούμενες ή όχι γενικές αφηρημένες ιδέες και καθολικές αλήθειες, ομοιώματα των προτύπων τους στον νου του Θεού. Αυτές αποτελούν το θεωρητικό ικρίωμα πάνω στο οποίο υφαίνεται η γνωσιολογική μας πρόσβαση του κόσμου. Επίσταμαι στον βαθμό που έχω εποπτεία του γενικού, και έχω εποπτεία του γενικού στον βαθμό που έχω ικανοποιητική πρόσβαση στα περιεχόμενα του νου μου. Η πλατωνικής προέλευσης γνωσιολογία της άμεσης θέασης των καθόλου εδραιώνεται πάνω στην οντολογική παραδοχή της ύπαρξης αυτού του τρίτου οντολογικού επιπέδου, του επιπέδου του ιδεώδους. Στο πλαίσιο του φιλοσοφικού συστήματος του Leibniz, το τρίτο αυτό επίπεδο χρησιμοποιείται επίσης και για να “λυθούν” δυσκολότατα προβλήματα, όπως αυτό που συνδέεται με τον λαβύρινθο του συνεχούς, το πρόβλημα δηλαδή της οντολογικής σύνθεσης ενός ενιαίου, αδιάκοπου, αμερούς και μονοδιάστατου συνεχούς από αμερείς και αδιάστατες οντότητες, δηλαδή από σημεία”.
σα(Γκ. Β. Λάιμπνιτς, Η μοναδολογία, μτφρ. Στέφανος Λαζαρίδης, εισαγωγή- επιμέλεια Διονύσιος Αναπολιτάνος, δίγλωσση έκδοση, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006, σ. 17-18, 27-28)